Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ

Παντελής Β. Γιαννουλάκης

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ

 

Κάποτε μου είχαν μιλήσει για έναν πολύ σοφό άνθρωπο, πάρα πολύ ψαγμένο και διαβασμένο, έναν πολύ ιδιαίτερο γέρο μυστικιστή, ο οποίος είχε εγκαταλείψει την πόλη και είχε απομονωθεί σχεδόν σαν ερημίτης σε ένα ορεινό χωριό, απομακρυσμένος από τον κόσμο και αφοσιωμένος στις μελέτες του.
Και, επειδή γνωρίζω καλά ότι αυτού του είδους οι άνθρωποι είναι σπάνιοι, και πάντα μπορείς να μάθεις πολλά από αυτούς, έκανα τα αδύνατα δυνατά για να ανακαλύψω περισσότερα για αυτόν και τελικά να εξασφαλίσω μια σύσταση, κι έτσι πήρα το σακκίδιό μου και πήγα να τον βρω…

Ο ηλικιωμένος φιλόσοφος με υποδέχθηκε με κάποια επιφυλακτικότητα.

Περίμενα ότι το σπίτι του θα ήταν γεμάτο βιβλία, αλλά εκεί δεν είδα ούτε ένα βιβλίο, οι τοίχοι ήταν γεμάτοι σκίτσα, κρεμασμένα βότανα, μανιτάρια, κρασιά και πολλά αλλαντικά.
Έπειτα από μερικές ώρες είχαμε γίνει φίλοι, και συζητούσαμε για διάφορες μελέτες του και για τις περιηγήσεις του στην εξοχή.

Κάποια στιγμή, έπειτα από μια μεγάλη σιωπή, (καθώς ακούγονταν τα βελάσματα από τις κατσίκες απ’ έξω), με κοίταξε βαθιά στα μάτια και με ρώτησε:
«Γιατί ήλθες να με βρεις; Τί θέλεις από μένα;…»

Δεν μπορούσα να του πω ότι είχα έρθει να δω ένα σπάνιο είδος ανθρώπου που βρίσκεται σε εξαφάνιση, γιατί αυτό θα τον έκανε να νιώσει σαν ταριχευμένη πεταλούδα, σαν μουσειακό έκθεμα ή σαν σπάνιο ψάρι σε ενυδρείο –κι εγώ ένας θεατής του που κόλλησα στο τζάμι για να το δω. Εξέλαβε την σιωπή μου για δισταγμό, και ρώτησε πολύ σοβαρά:
«Τι είναι αυτό που αναζητάς;…»

Έγειρα το κεφάλι μου. Ναι, τι ήταν αυτό που αναζητούσα;

Ήταν τόσα πολλά, δεν ήξερα τι να του πρωτοπώ.

Αλλά, ναι, τίποτε άλλο δεν είχε τόσο σημασία όσο η αιώνια ερώτηση, η ατέρμονη αναζήτηση, το Γκράαλ, το μεγάλο μυστικό, κι αυτός ίσως ήταν, κάπως σίγουρα, ένας άνθρωπος που μπορούσε ίσως να μου δώσει επιτέλους μια απάντηση ή ένα ίχνος.

Σήκωσα ψηλά το κεφάλι και του είπα με θάρρος:
«Το μυστικό Νόημα της Ζωής!…»

Με κοίταξε ξαφνιασμένος.

Έπειτα από λίγο είπε, σχεδόν τραυλίζοντας:
«Και…θέλεις να σου το πω εγώ;…»

Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά χαμογελώντας.
«Ναι, τόσα και τόσα χρόνια μελετάς και αναζητάς τα μυστικά, αν επιτέλους το έχεις ανακαλύψει, θέλω να μου το πεις. Γι’ αυτό ήρθα εδώ. Και δεν πρόκειται να φύγω αν δεν μου το πεις…»

Συνοφρυώθηκε. Ίσως με φαντάστηκε να κατασκηνώνω στην αυλή του και να μην τον αφήνω σε ησυχία, ίσως όμως και να μην του είχε ξανακάνει ποτέ κανείς αυτήν την απλή ερώτηση.
Με κοίταξε με ένα περίεργο βλέμμα, που μου έδωσε ελπίδες ότι κάτι σημαντικό ήξερε και πως επρόκειτο να μου το πει.

Έπειτα από σιωπή τριών ολόκληρων λεπτών, άρχισε να μιλά:

«Το Νόημα της Ζωής είναι ότι η ζωή δεν έχει νόημα!

»Όποιος ψάχνει για το νόημα της ζωής, χάνει τον χρόνο του γιατί ψάχνει κάτι που δεν υπάρχει. Και ξεχνάει να ζήσει. Μόνο ψάχνει συνέχεια την ζωή.

»Η ζωή δεν έχει νόημα, μάλλον το μυαλό του ανθρώπου έχει νοήματα, απατηλά. Η ζωή είναι το μεγάλο μυστήριο, άλυτο για πάντα και για πάντα.

»Όταν ζούμε την ζωή απλά, χωρίς να ζητάμε νοήματα, χωρίς μάταιες  εξερευνήσεις, τότε έχουμε το νόημα της ζωής…»

Ανασήκωσε τους ώμους του, με μια φανερή μικρή απελπισία, και πρόσθεσε:

«Είναι σαν να έχεις ένα νόστιμο γλυκό, κι αντί να κάτσεις και να το φας και να το απολαύσεις, εσύ αναρωτιέσαι ποιος έφτιαξε το γλυκό, τί νόημα έχει η ύπαρξή του, από πού ήρθε, πού πάει, γιατί φτιάχτηκε, γιατί είναι γλυκό και δεν είναι κάτι άλλο, και στο μεταξύ περνάει ο καιρός και το γλυκό χαλάει…

»Αυτό το γλυκό είναι η ζωή, είναι απλά ένα δώρο, πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι που το έχουμε έστω, κι όσο το έχουμε να μην αναρωτιόμαστε καθόλου μα καθόλου γι’ αυτό και για τίποτε, απλά να το απολαμβάνουμε, ίσως και να το μοιραζόμαστε και με τους άλλους, και γενικά να χαιρόμαστε…»

 

Απογοητεύτηκα.

Ένιωσα ξαφνικά πάρα πολύ μεγάλη θλίψη.

Όχι γιατί μου είπε πως η ζωή δεν έχει νόημα, όχι γι’ αυτό. Αλλά γιατί ένιωσα ότι όλα αυτά τα έλεγε για να δικαιολογήσει την αποτυχία του.
Είχε αποτύχει να ανακαλύψει το Νόημα της Ζωής, και είχε μετανιώσει που ξόδεψε την ζωή του μάταια για την ανακάλυψη του μεγάλου μυστικού, και θα προτιμούσε να την είχε γλεντήσει.

Και, αντί να παραδεχθεί σ’ εμένα την αποτυχία του και την απελπισία του, είχε σκαρφιστεί όλο αυτό ότι η ζωή δεν έχει νόημα και τα παρόμοια, που μπορεί ο καθένας να το ακούσει σε ένα γλυκανάλατο λαϊκό τραγούδι και να γλιτώσει και τον κόπο.

Κι όμως, αυτά τα απατηλά δόλια λόγια έμοιαζαν τόσο σοφά. Ω, πόσο μπορεί να σε ξεγελάσει το ύφος…
Πριν από είκοσι-τριάντα χρόνια, εγώ θα αναγνώριζα πολύ μεγάλη “σοφία” στα λόγια του αυτά, θα συμφωνούσα με την καθαρότητα και την απλότητα του πράγματος, θα το θεωρούσα αποκάλυψη, θα έκανα την σημειολογία μου με τον Βούδα (αυτό με το γλυκό μοιάζει με την φριχτή «Παραβολή του Τοξότη» του Βούδα) ή με τον μάντη Τειρεσία (που πήγε χιουμοριστικά ο Λουκιανός να τον βρει στον Άδη με την ίδια ερώτηση, και του είπε περίπου το ίδιο) και άλλα σοφά και μυστικιστικά, ίσως μάλιστα θα τύπωνα στην καρδιά μου αυτά τα λόγια, τις περιστάσεις και το σκηνικό στο οποίο τα άκουσα, και θα τα ακολουθούσα…

Αλλά… πριν από είκοσι-τριάντα χρόνια δεν ήμουν παρά ένας ηλίθιος!!
Τώρα γνωρίζω πέντε πράγματα παραπάνω κι έχουν δει πολλά τα μάτια μου από τότε, και ξέρω πάρα πολύ καλά τι σημαίνουν όλα αυτά.

 

Πριν διαμαρτυρηθώ, θυμήθηκα ότι δεν είχα δει ούτε ένα βιβλίο ολόγυρα, και τον ρώτησα απότομα:
«Πού είναι τα βιβλία σου;…»

Χαμογέλασε με πικρία: «Τα έκαψα όλα!»

Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι! «Τι έκανες; Τα έκαψες;;;»

«Ναι, δεν άξιζαν ούτε δεκάρα. Σοφίες και γνώσεις της κακιάς ώρας, ήταν όλα για πέταμα…»

Ανασηκώθηκα θυμωμένος και του φώναξα:

«Τι έκανες καημένε μου άνθρωπε;; Έκαψες τα βιβλία;; Τις καρδιές των αδελφών μας μέσα στα χρόνια;; Αντί να κάψεις τα παλιόχορτα και τα λουκάνικα και τα σαλάμια, που τα ’χεις εκεί και κρέμονται και βρωμάνε, έκαψες τα βιβλία;; Για να ρίξεις την ευθύνη στους νεκρούς για την αποτυχία σου;;!!!…»

Με κοίταξε με φοβισμένο βλέμμα ξαφνιασμένος. Ήμουν πολύ θυμωμένος.
Ο άνθρωπος αυτός είχε χάσει την μάχη, είχε παγιδευτεί στην ήττα του, και είχε περάσει στην παράταξη του εχθρού, ή έκανε τον πεθαμένο για να τον λυπηθούν…

«Μα… δεν καταλαβαίνεις;… δεν υπάρχει…» είπε ψελλίζοντας.

«Εσύ δεν υπάρχεις!!!» φώναξα οργισμένος.
«Με τόσους αγώνες και τόσες περιπέτειες αναζητούμε το Νόημα, το κατακτάμε σπιθαμή προς σπιθαμή με τόσες απώλειες», του φώναζα οργισμένος σαν τρελλός, «…κι εσύ κάθεσαι εδώ με τα κατσίκια και τα σαλάμια και λες ότι δεν υπάρχει Νόημα, επειδή κουράστηκες και απελπίστηκες;; Και για να μην βασανίζεσαι από τις τύψεις, νομίζεις ότι βρήκες το τέλειο άλλοθι;;
»Και έρχεται, άτιμε, ένας άνθρωπος με αγωνία και σε ρωτάει για το αποτέλεσμα των αγώνων σου, κι εσύ το παίζεις λαϊκός τραγουδιστής και του λες ότι ήταν όλα σαχλαμάρες;; Δεν ντρέπεσαι λίγο;; Προδότη!!…»

Σηκώθηκε κι αυτός όρθιος κι άρχισε να φωνάζει ξανά και ξανά: «Δεν υπάρχει! Δεν υπάρχει! Δεν υπάρχει!»

Κι εγώ κόντεψα να του ορμήσω: «Εσύ δεν υπάρχεις, καραγκιόζη!! Έσβησες όλη σου την ζωή για να μη φαίνεται η ανικανότητα και η αποτυχία σου! Να το βάλεις εκεί που ξέρεις το γλυκό!
»Δεν είμαστε εδώ για να τρώμε γλυκά αλλά για να ανακαλύψουμε το άγνωστο, να αδράξουμε το άπιαστο και να φτάσουμε στο άφταστο άστρο!»…  

«Δεν υπάρχει τίποτα!» ξαναφώναξε αυτός κι έγλυψε πρόστυχα τα χείλη του, «μονάχα το γλυκό!…»

 

Πήγα προς την πόρτα.
Γύρισα και έριξα ένα τελευταίο βλέμμα σ’ εκείνο το κακόμοιρο ανθρωπάκι μέσα σ’ εκείνη την τρύπα πάνω στο βουνό, ο θυμός μου είχε καταλαγιάσει λίγο, και ξαφνικά ήμουν τόσο λυπημένος, γνωρίζοντας ότι έπρεπε κάποτε να εκδικηθούμε εμείς και για αυτόν…

Τού είπα ότι όσο ζω θα συνεχίσω τον αγώνα, που δεν είναι μάταιος.

Άνοιξα την πόρτα για να φύγω και πριν την κλείσω τον άκουσα να λέει ειρωνικά:
«Ξέρεις, σαν κι εσένα, ήξερα κάποτε κάποιον που έψαχνε συνέχεια το μυστικό Νόημα της Ζωής. Έχει πεθάνει…»

 

Ο παλιόγερος εκείνος έχει πεθάνει πια, μαζί με τα σαλάμια και τα κατσίκια του.

Εγώ είμαι ακόμη ζωντανός…



   Παντελής Β. Γιαννουλάκης

 

 

_______________________

 

Επείγον : Αποκτήστε και διαβάστε το ιδιαίτερο βιβλίο
ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΠΟΔΡΑΣΗΣ
Από την Καθημερινή Πραγματικότητα

από ΕΔΩ >>
https://www.strange-egnarts.com/books/escape-manual-book/

 

Αποκτήστε και διαβάστε το μανιφέστο των ιδεών του Π. Γιαννουλάκη, γραμμένο στην Μυστική Γλώσσα των Πουλιών,
το ιδιαίτερο βιβλίο
ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΣ

από ΕΔΩ >>
https://www.strange-egnarts.com/books/oneiropolos-book/

 

Share on Facebook
Share on Twitter
Share on pinterest
Print
Email

One Response

  1. Σε παρακολουθω τους τελευταίους μήνες ενοωντας οτι δεν σε ηξερα πριν. Σε προτοακουσα στον κώδικα μυστηριου που εβλεπε ο πατέρας μου. Και θελω να σου εκφρασω το θαυμασμό μου για τις μεγάλες γνώσεις σου. Ειδικα στο θεμα με τον μυστικό πολεμο δεν νομίζω να διαφωνω ουτε σε μια λεξη σου. Ειμαι και εγω αναζητητης της αλήθειας και ισως πρέπει να μιλησεις καποια στιγμή μαζι μου αντι για τον άσχετο γερακο με τα σαλαμια χαχαχα. Προσπαθησα να σου μιλησω στο messager αλλα δεν το διαβασες γιατί με περασες για καποιον απο τους πολλούς που σε πριζουν χωρις ουσια. Παντα ήθελα να βρω ενα μεγαλο μυαλο να συζητησω μαζι του. Ο τομεας που εχω ερευνησει παρα πολυ ειναι η ύπαρξη απο που ηρθαμε και πιος ειναι ο σκοπός μας

Leave a Reply

Περισσότερες Δημοσιεύσεις

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!

Οι εκκαθαρίσεις ξεκίνησαν νωρίς το πρωί της 1ης Ιανουαρίου. Ο Πλωτάρχης είχε βάλει την καλή του στολή, τα κουμπιά της γυάλιζαν στον μεσημεριανό ήλιο. Όλοι οι Καθαριστές μόλις τον είδαν στο προαύλιο σταμάτησαν να μιλούν μεταξύ τους και μια ησυχία απλώθηκε

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Υπάρχουν άνθρωποι που ταξιδεύουν μακριά, και νοσταλγούν το σπίτι τους, την πατρίδα τους που άφησαν πίσω. Αλλά υπάρχουν και άνθρωποι που ταξιδεύουν μακριά ακριβώς από μία ακατανίκητη νοσταλγία, αναζητώντας το σπίτι τους, την πατρίδα τους.

ΑΟΡΑΤΟΙ ΤΙΤΛΟΙ

Η έμπνευση ήταν από αυτόν τον τίτλο της μυστικής λέσχης (ή αδελφότητας) στην οποία κρυφά ανήκαν κάποιοι από τους ήρωες της τηλεοπτικής σειράς του David Lynch, “Twin Peaks”. Στην θρυλλική τηλεοπτική σειρά

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ

στις ενημερώσεις

ΚΑΙ ΘΑ ΛΑΜΒΑΝΕΤΕ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΝΕΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟ BLOG.

Loading