Η ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΗ ΑΚΤΗ

Παντελής Γιαννουλάκης

Η ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΗ ΑΚΤΗ

 

Η Καταραμένη Ακτή δεν είχε όνομα, ο τόπος ήταν απόκρυφος και εχθρικός..
Κανείς δεν ήξερε τι θα μπορούσε να έρθει από την θάλασσα, σ’ εκείνες τις απομονωμένες περιοχές…
Οι παρατημένες μικρές ξύλινες προκυμαίες, θαλασσοδαρμένες και χτυπημένες από την αλμύρα και τους ανέμους, ήταν σαν μισογκρεμισμένες στοιχειωμένες γέφυρες για έναν άλλον κόσμο, βαθύ, σκοτεινό, απέραντο…
Λαθραίες βάρκες παλιές, αγνώστων ψαράδων, που ερχόντουσαν τις νύχτες και μετέφεραν παράξενα φορτία, την μέρα έμεναν να κουνιούνται πέρα δώθε από το κύμα, χωρίς κανείς να ξέρει τα μυστικά τους.
Ένα έρημο σκηνικό, βγαλμένο μέσα από τα αργόσυρτα όνειρα μιας ακτής που δεν επισκεπτόταν κανένας εκτός από λιγοστούς αμίλητους ναυτικούς, τις πιο σκοτεινές νύχτες…



Εκείνο το κουφάρι του σπασμένου ναυαγισμένου πλοίου, που έστεκε γερμένο πάνω στην ξέρα, ήταν από τα πιο παράξενα θεάματα που έχω δει ποτέ. Η σκουριά και οι τρύπες πάνω στο μεταλλικό σκαρί του, έφτιαχναν γκροτέσκες εικόνες, δεκάδες εφιαλτικούς πίνακες, τερατόμορφες παραστάσεις φτιαγμένες από την παράξενη τύχη και την θάλασσα και τους καιρούς, σαν να είχε αποτυπωθεί πάνω στο πλοίο εκείνο ολόκληρη η κόλαση…

 

 

Σκελετοί από βάρκες, τρύπιες και σάπιες, μισο-βυθισμένες στα ρηχά νερά μιας βρωμερής ακτής, παντού μια σαθρή εγκατάλειψη – αυτό συναντούσαμε στην περιήγησή μας σ’ εκείνους τους παρατημένους μόλους. Θολά μικρά ναυάγια γεμάτα τρεμάμενα φαντάσματα.
Στην ακτή, μικρά κανάλια που φιδογύριζαν μέσα από ξέρες καλυμμένες από φύκια, βάλτοι με λιμνάζοντα νερά, σήψη, θλίψη.
Σκελετοί από ξύλινα μουράγια βυθισμένα στα νωχελικά νερά, σκουριασμένα σιδερένια κομμάτια πλοίων, παντού ψαροκόκαλα, ο τόπος ήταν γεμάτος από αυτά. Εδώ τριγυρνούσε η σκιά των παρελθόντων που χάθηκαν για τους κατοίκους των περιοχών αυτών, άρρωστοι όλοι τους ή πεθαμένοι, ή τρυπωμένοι σε μικρά αυτοσχέδια ξύλινα καπηλειά, μεθυσμένοι, κρυμμένοι.
Οι άνθρωποι είχαν υποχωρήσει, και τις ακτές τις είχαν κατακτήσει τα θαλασσοπούλια, που έκρωζαν με ημιανθρώπινες φωνές, χιλιάδες από δαύτα, άφοβα και άγρια, τόσο που, αν καθόσουν στην ακτή, αργά ή γρήγορα σού επιτίθονταν, δεν σ’ άφηναν ήσυχο μέχρι να φύγεις. Κανείς δεν ήθελε να μένει εκεί για πολλή ώρα. Ο τόπος δεν σε ήθελε έτσι κι αλλιώς…



Πλησιάσαμε στα ξύλινα σπίτια. Πόρτες που τις είχε φάει η θάλασσα κι ο αέρας της, κλειδωμένες με μεγάλες σκουριασμένες κλειδαριές. Σπίτια στοιχειωμένα, τις νύχτες άκουγες θρήνους από μέσα τους, ίσως ήταν οι πεθαμένες χήρες των ναυτικών που έκλαιγαν για τα μεγάλα ναυάγια, ίσως ήταν ο αέρας που έμπαινε από αμέτρητες χαραμάδες εκεί μέσα, κι έφτιαχνε μουσικές πρωτάκουστες και φωνές τσιριχτές που έμοιαζαν με λυγμούς γυναικών. Οι πόρτες ήταν αμπαρωμένες, ποιος ξέρει για πόσα χρόνια, είτε για να εμποδίζουν τα φαντάσματα να βγουν, είτε για να εμποδίζουν τους ανθρώπους να μπουν. Δύο κόσμοι εύθραυστα διαχωρισμένοι.
Τα πάντα υποχωρούν αργά ή γρήγορα από την υγρασία. Ακόμη και τα κακά πνεύματα…

 


Περπάτησα μόνος στο έρημο καλντερίμι, ακούγοντας τα βήματά μου στην απόλυτη ησυχία. Μονάχα ο άνεμος της θάλασσας υπήρχε εκεί. Δεξιά κι αριστερά οι πλινθόχτιστοι τοίχοι των απομονωμένων σπιτιών έκρυβαν τις ιστορίες εκείνων των μυστηριωδών οικογενειών που κάποτε ζούσαν εκεί. Ή μήπως ζουν ακόμη εκεί; Κρυφά; Σιωπηλά;
Τα παράθυρα ήταν αμπαρωμένα από σανίδια ή αγκαλιασμένα από παλιές σιδεριές. Το σκοτάδι παραμόνευε από πίσω τους, για πάντα και για πάντα κλεισμένο πίσω από τους τοίχους, ανενόχλητο, μέχρι σήμερα που ήρθα εγώ να το ενοχλήσω, να ανακατευτώ στους αδιόρατους ήχους και στις σκιές και στην σκόνη….
Ώσπου είδα το σπίτι. Ήταν τυλιγμένο από κισσούς, κλαδιά δέντρων εμπόδιζαν πια τα παράθυρα να ανοίξουν. Σίδερα στα μικρά παραθυράκια νοτισμένα από σκοτάδι, αλμύρα και σκουριά. Μια αυλόπορτα και φράχτες σαν κόκαλα από σαύρες. Βρύα και σάπια ξύλα, φύκια στα κεραμίδια, το σπίτι πλημμυρισμένο από φυτά και σκιές. Μια κλειδωμένη αποθήκη στην αυλή, μια ετοιμόρροπη σοφίτα στην στέγη.
Το ίδιο το μυστήριο είχε αγκαλιάσει αυτήν την έρημη οικία, μπορούσες να το ακούσεις να ψιθυρίζει μέσα στην σιγαλιά. Ήμουν μόνος μου εκεί, έξω από το παράξενο κλειστό σπίτι δίπλα στην έρημη θάλασσα. Μόνος, εγώ και τα ερωτηματικά μου…
Κι όμως, είδα κάποια αδιόρατα ίχνη από ανθρώπινη παρουσία. Ένα εδώ, ένα εκεί. Μα, είναι δυνατόν να μένουν άνθρωποι εδώ μέσα; Κρυφά; Στο σκοτάδι; Ακίνητοι, χωρίς ανάσα, σιωπηλοί, να αφουγκράζονται την θάλασσα, πίσω από τους τοίχους με τα φυλλώματα, μέσα στις σκιές; Ποιος ζούσε εδώ; Πώς ήταν το πρόσωπό του; Πώς περνούσε τον καιρό του; Γιατί κρυβόταν;…



Από τότε, τα όνειρά μου βασανίζονται από την Καταραμένη Ακτή, όπου την συναντώ ξανά και ξανά, εκεί που δεν θα έπρεπε να υπάρχει, σε άλλα μέρη, ανόμοια μεταξύ τους, όμορφοι τόποι, όπου πίσω από κάποια απότομη στροφή που εμποδίζει την θέα, ή έναν μεγάλο αμμόλοφο, ξαφνικά ξεπρόβαλλε αυτή η ακτογραμμή της αποσύνθεσης και της εγκατάλειψης, της δυσωδίας και της έρημης καταδίκης. Και εκείνος ο κακός αλμυρός άνεμος, που δόλια ψιθύριζε ιστορίες τερατόμορφων ψαριών και φαντασμάτων και ναυαγίων. . .

 

 

….Ώσπου είδαμε το μυστικό ψαροχώρι, ή ό,τι άλλο ήταν αυτό το ακατονόμαστο συνονθύλευμα από ετοιμόρροπες παράγκες, σκελετωμένες προκυμαίες, σκουπίδια, μπάζα, μισοβυθισμένες βάρκες, μούχλα, σαπίλα, ψαρίλα, άγρια αδέσποτα σκυλιά, σκιές και φύκια. Έστεκε ανάμεσα στην καταραμένη ακτή και στα εργοστάσια. Δεν ήταν κανείς εκεί.
Ή μήπως εκείνη η τρεμάμενη σιλουέτα σ’ εκείνο το παράθυρο ήταν άνθρωπος; Μα δεν θα μπορούσε να ζει κανείς εκεί πέρα, εκτός από καταδικασμένους ανθρώπους, κατατρεγμένους, απόκρυφους, χλωμούς, μελαγχολικούς, παράνομους. Εκεί πρέπει να ζούσαν κρυμμένοι άνθρωποι.. Κανείς δεν ήξερε ότι είναι εδώ, ούτε τι κάνουν εδώ. Αν ήταν εδώ…

Η πλήρης εγκατάλειψη, η τυχαία σύνθεση, ο σκουπιδότοπος, οι χαλασμένες βάρκες και οι ξύλινες προκυμαίες και τα παλιά λάστιχα αυτοκινήτων και τα σάπια δίχτυα, οι σκιές, η νοτισμένη από την υγρασία ατμόσφαιρα, βαριά από απαίσιες μυρωδιές, όλα, έφτιαχναν ένα ενδιάμεσο τόπο. Ανάμεσα στο βιομηχανικό τοπίο και στο θαλασσινό τοπίο, ανάμεσα στον κόσμο και στο απόκοσμο, ανάμεσα στους ζωντανούς και στους νεκρούς. Στο περιθώριο της ύπαρξης. Μια πύλη για μια άλλη πραγματικότητα.
Δεν θα ήθελα να ήμουν εδώ την νύχτα.
Παράξενα πράγματα σέρνονται εδώ τις νύχτες.
Και άνθρωποι που τρυπώνουν στις σκιές, ακίνητοι. Και μοναξιά. Η μοναξιά του Παράλογου δίπλα στην θάλασσα, στο πουθενά.
Η παρατημένη πύλη του κακού νερού. Η λήθη….

 

 

*  *  *  *  *  *  *  *  *  *  *  * 

 

OI ΣΚΙΕΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΨΑΡΟΧΩΡΙ

 

«…Συναντούσαν αυτά τα πλάσματα, που αποκαλούσαν θεούς τους, στην ακτή με τα παράξενα ερείπια –κι εκείνες οι εικόνες με τα ψαροβατραχοειδή τέρατα, δεν είναι άλλο από αναπαραστάσεις αυτών των πλασμάτων. Ίσως αυτά να ήταν οι γοργόνες και τα άλλα παράξενα όντα που διηγούνται οι παλιές ιστορίες. Ζούσαν κάτω από το νησί, στον βυθό της θάλασσας, και είχαν ό,τι πόλεις μπορείς να φανταστείς. Φαίνεται πως μερικά από τα πλάσματα που σου λέω, είχαν μείνει ζωντανά μέσα στα πέτρινα κτίρια όταν αναδύθηκε εκείνο το νησί… Τους χάριζαν άφθονα ψάρια, όλη η θάλασσα πλημμύριζε από ψάρια….
»…Τα πλάσματα αυτά, είπαν στους ντόπιους πως, αν ζευγαρωθούν μαζί τους, τα παιδιά τους θα μοιάζουν στην αρχή με ανθρώπους, αλλά όσο θα περνά ο καιρός θα μοιάζουνε όλο και περισσότερο με ‘κείνους –και στο τέλος θα έμπαιναν στο νερό για να ζήσουν αθάνατοι πλέον εκεί κάτω…
»Όταν γερνούσαν κι άρχιζαν να φαίνονται τα πρώτα σημάδια, κρύβονταν από τον κόσμο και θέλανε να φύγουν και να βυθιστούν στο νερό. Μερικοί δεν άλλαξαν ποτέ ολότελα για να μπορέσουν να ζήσουν στην θάλασσα, μα οι πιο πολλοί μεταλλάσσονταν όπως τους είχαν υποσχεθεί τα πλάσματα. Έτσι πολλοί άλλαζαν και έφευγαν, ενώ μερικοί μένανε άνθρωποι ακόμη και στα εβδομήντα τους, και δεν άφηναν το νησί παρά μόνο μερικές φορές που κατέβαιναν στην θάλασσα, τελείως δοκιμαστικά. Εκείνοι που είχαν φύγει στο νερό, γύριζαν μερικές φορές πίσω για να επισκεφτούν το νησί, ώστε πολύ συχνά θα μπορούσε κάποιος από τους ανθρώπους να συναντηθεί με τον προ-προ-πάππο του, ας πούμε, που είχε αφήσει την στεριά πριν από διακόσια ή παραπάνω χρόνια. Δεν υπάρχει φυσικός θάνατος γι’ αυτούς. Αλλά μπορούν να σκοτωθούν…
»…Μου είπε πως ο Γουαλακέα του έδειξε πολλές από τις ιεροτελεστίες και τα άλλα παράξενα πράγματα που έκαναν –και τον άφησε να δει μερικούς από τους ντόπιους που είχε αλλάξει η μορφή τους…»

The Shadow Over Innsmouth – H. P. Lovecraft

 


Οι Deep Ones είναι ψαράνθρωποι, (στα Ελληνικά έμεινε να τους λέμε και «Αβυσσαίους»), και εμφανίζονται σε κάποιες ιστορίες ως ακόλουθοι του Κθούλου («minions of Chtulhu»), του χταποδόμορφου εξωδιαστασιακού τέρατος του ωκεανού και των ονείρων….
Αυτά τα ψαρόμορφα όντα, υποτίθεται ότι ζουν μέσα στην θάλασσα (σε υποβρύχιες αρχαίες πολιτείες;;) αλλά συχνά αναδύονται στην επιφάνεια και κάνουν ανταλλαγές και συμφωνίες με τους ανθρώπους, και παρ’ όλο που είναι θαλάσσια όντα μπορούν να επιβιώσουν για ένα χρονικό διάστημα στην στεριά. Οι άνθρωποι τους δίνουν δώρα και σεβασμό ίσως και θυσίες, και σε αντάλλαγμα παίρνουν χρυσά κοσμήματα από τις βυθισμένες πολιτείες και πολλά κοπάδια ψαριών στην περιοχή τους για ψάρεμα. Όταν αρχίζουν αυτές οι δοσοληψίες, οι Deep Ones πείθουν κάποιους ανθρώπους να συνουσιαστούν μαζί τους, με αντάλλαγμα ότι τα παιδιά τους θα γίνουν αθάνατα, αφού όταν θα γεννηθούν θα μοιάζουν με ανθρώπους αλλά αργότερα θα μεταλλαχθούν σε ψαράνθρωπους και θα έχουν την αθανασία που έχουν και αυτοί.

Όταν αυτά τα υβρίδια μεγαλώνουν, αρχίζουν σταδιακά να μοιάζουν με τον θαλάσσιο γονέα τους, το κρανίο τους γίνεται στενό και επίμηκες, το δέρμα τους σιγά-σιγά γίνεται όλο και πιο λεπιδωτό, ώσπου να καλυφθεί από λέπια, τα μάτια γουρλώνουν και παύουν να ανοιγοκλείνουν, τα αυτιά μικραίνουν, τα μαλλιά πέφτουν όλα, ο αυχένας και ο λαιμός αποκτούν πτυχές και δίπλες που σταδιακά γίνονται βράγχια. Όταν φτάσουν στο σημείο να μη μοιάζουν καθόλου με ανθρώπους, κρύβονται από τα μάτια των ξένων στα ψαροχώρια, και τελικά έρχεται η μέρα που μπαίνουν στην θάλασσα και πηγαίνουν να ζήσουν στον βυθό της θάλασσας…

Τα πλάσματα αυτά έχουν χρώμα γκριζοπράσινο, με λευκή κοιλιά και χέρια, το σώμα τους είναι γυαλιστερό, γλοιώδες και γλιστερό, το κορμί τους είναι ανθρωποειδές αλλά το κεφάλι τους είναι αυτό ενός ψαριού με γουρλωτά μάτια, τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών είναι ενωμένο με μεμβράνες. Στο αλλόκοτο πάνθεον της μυθολογίας Κθούλου εκπροσωπούνται από τον τρομερό θεό Dagon (Ντάγκον ή Δάγων), ένα τιτάνιο εφιαλτικό τέρας, έναν ψαρόμορφο θεό, που –μαζί με το ταίρι του, την Hydra (Ύδρα)– λατρεύεται μυστικά σε ψαροχώρια, και οι πιστοί του σήμερα ανήκουν στην σκοτεινή θρησκευτική αδελφότητα με τον τίτλο Esoteric Order of Dagon (Το Εσωτερικό Τάγμα του Ντάγκον)….

 

Θυμάμαι στην Ιρλανδία, στον νότο συνάντησα τους θρύλλους για τους Daoine Domhain.
Στα Ιρλανδικά η λέξη Daoine σημαίνει άνθρωποι ή λαός, και Domhain σημαίνει βυθός. Daoine Domhain, οι Άνθρωποι του Βυθού.
Ένας ψαράς που δεν είχε καλή ψαριά, μού είχε πει: «Eίναι θυμωμένοι απόψε, ακούστηκε το τραγούδι τους χθες το βράδυ…» Δεν έλεγε ποιους εννοούσε, δεν μπορούσες να τον πείσεις να πει το όνομά τους, αυτά τα πράγματα είναι ταμπού, τα ονόματα δεν λέγονται…

Εκεί οι τοπικές παραδόσεις λένε ότι αυτά τα πλάσματα εμφανίζονται ακόμη, κάθε εννιά χρόνια στις παράκτιες γιορτές που αποκαλούνται «Fires of Bile», κατά τις οποίες οι άνθρωποι χορεύουν και πηδούν πάνω από τις φωτιές. Τέτοια έθιμα έχουμε και στην Ελλάδα, στις γνωστές «φωτιές του Αη-Γιαννιού», αλλά οι Έλληνες δεν ξέρουν ότι το όνομα Ιωάννης προέρχεται από τα βάθη των παράξενων αιώνων, από τον Βαβυλωνιακό θεό-ψάρι, Oannes.
Oannes, Ioannes, Ιωάννης,
που φτάνει στα Ελληνικά μέσω του Αραμαϊκού-Μεσοποταμιακού Hoanes, Johanes, Johanan.
Οι πρώτοι προφήτες και αλληγοριστές της Μεσοποταμίας, ήταν Εβραίοι Βαβυλωνιακής ή Συριακής καταγωγής και κατανοούσαν την έννοια του Μεσσία με τον παλιό τρόπο, σύμφωνα με τους θρύλους για τον αρχαίο Hani –τον Oannes– και περίμεναν τον λυτρωτή τους να αναδυθεί από την θάλασσα…

Τα παλιά γραπτά λένε: «Ο ψαρόμορφος Oannes επέστρεψε πάλι μέσα στην θάλασσα απ’ όπου είχε αναδυθεί για να διδάξει τους ανθρώπους, διότι ήταν αμφίβιος. Έπειτα από αυτό, πολλά όντα σαν τον Oannes αναδύθηκαν και εμφανίστηκαν μπροστά στους ανθρώπους…»
Οι Ασσύριοι αναφέρονταν σε αυτά τα όντα με το όνομα Kulullu…
Αρχαία ξεχασμένα πράγματα…

 

Παντελής Β. Γιαννουλάκης

 

 

Συντονιστείτε με τις εκδόσεις
ΑΟΡΑΤΟ ΚΟΛΛΕΓΙΟ

Βιβλία > > 
https://www.strange-egnarts.com/books/

 

Share on Facebook
Share on Twitter
Share on pinterest
Print
Email

Leave a Reply

Περισσότερες Δημοσιεύσεις

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ

στις ενημερώσεις

ΚΑΙ ΘΑ ΛΑΜΒΑΝΕΤΕ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΝΕΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟ BLOG.

Loading